Κερασία Σαμαρά
Η Αφορμή: Ο «Επικίνδυνος Οίκτος»!
Συνέντευξη στην Κατερίνα Μαθιουδάκη
Ο Λόγος: Η πορεία της
στο θέατρο
και η σχέση της
με πολλά πεδία της τέχνης!
Φωτογραφίες: Απόστολος Μανουράς
Η Κερασία Σαμαρά έχει τη στόφα του ωραίου ανθρώπου… Του ανθρώπου που δεν σταματά να θέτει στόχους, να αφοσιώνεται και να επιμένει κάπως αθόρυβα όταν βρίσκεται στο παρασκήνιο γιατί το κυρίαρχο ζητούμενο δεν είναι η αυτοπροβολή. Βουτάει συνειδητά στην απεραντοσύνη της τέχνης της προσπαθώντας να ξεπερνά τις αντιξοότητες που φέρνουν ανεξερεύνητοι βυθοί, χωρίς να χάσει την πυξίδα και τον προσανατολισμό της. Παράλληλα καταφέρνει να παραμένει ακμαία και με ζωντάνια, στον αφρό, για το λίγο παρακάτω που θα της φέρει το κύμα και αυτό το περιπετειώδες ταξίδι που λέγεται θέατρο και επιφυλάσσει τρικυμίες ή νηνεμία, μέσα από την ίδια τη ζωή.
Προφανώς οι άνθρωποι που κρατούν για χρόνια την ίδια πυξίδα στα χέρια τους κόντρα στους καιρούς που υπαγορεύουν κάτι άλλο, πληρώνουν το τίμημα της επιλογής τους κάθε μέρα. Όμως, κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια και ευτυχώς, συνεχίζουν να κάνουν όνειρα και να αποτελούν φωτεινοί φάροι και παραδείγματα προς μίμηση. Και επειδή υπάρχουν άνθρωποι που κοιτούν με το ίδιο βλέμμα, όταν τους ανακαλύπτουν, σχηματίζουν μικρούς κύκλους και κρίκους ευτυχίας που ίσως κάποια στιγμή γίνουν μεγαλύτεροι και βοηθήσουν και τους υπόλοιπους που θεωρούν ότι προπορεύονται, να ξαναβρούν το σημείο εκκίνησής τους… Και να πάρουν το νήμα ξανά από την αρχή.
Τελευταία νιώθω πλήρης που ανοίγω διαύλους επικοινωνίας με ανθρώπους σαν την Κερασία…
* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο φιλόξενο Θεατρικό Εργαστήρι της Κερασίας Σαμαρά «διάΘΕΣΙΣ», Συνταγματάρχου Δαβάκη 8, στο Χαϊδάρι.
Η συνέντευξη
Ας ξεκινήσουμε από τα τρέχοντα… Γιατί το συγκεκριμένο έργο; Ποιο ήταν το κίνητρο;
Κερασία Σαμαρά: Ετοιμάζω τον «Επικίνδυνο Οίκτο» του Stefan Sweig. Είναι ένα μυθιστόρημα 450 σελίδων που έπρεπε να το μετατρέψω σε θεατρικό έργο χωρίς να το «πληγώσω» και χωρίς να παραπληροφορήσω τους αναγνώστες – θεατές. Παράλληλα έπρεπε να κρατήσω, όσο είναι δυνατόν, τη λογοτεχνική του μορφή δίνοντας ώθηση στις δραματικές σκηνές. Καταρχάς, το πιο δύσκολο που είχα να κάνω ήταν να πάρω ένα κείμενο τόσων πολλών σελίδων και να πετάξω αριστουργήματα καθώς για να φτάσεις στις 70 από τις 450 σελίδες, σημαίνει ότι έχεις πετάξει πολλά που άξιζαν να μείνουν. Πρέπει όμως να έχεις έναν στόχο και ο στόχος είναι να γίνει θέατρο… Κι από τη στιγμή που πρέπει να γίνει θέατρο, κρατάς πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Το βιβλίο το διάβασα πρώτη φορά όταν ήμουν 12 χρονών, στο χωριό της μητέρας μου. Προφανώς τότε το διάβαζε η πολύ μικρότερη αδερφή της, η οποία δεν υπάρχει πια στη ζωή. Θυμάμαι πως είχε κιτρινισμένα φύλλα και τότε είχε κυκλοφορήσει με άλλο τίτλο, ως «Ανυπόμονη καρδιά». Μετά είχε κι άλλες εκδοχές: «Φονικός Οίκτος», «Δολοφονικός Οίκτος», «Ολέθρια Ευσπλαχνία», «Ολέθριος Οίκτος», «Να φοβάσαι τον οίκτο» που το τελευταίο είναι και πιο κοντά στην αγγλική εκδοχή του, «Beware Of Pity». Εγώ κράτησα τον τίτλο «Επικίνδυνος Οίκτος» καθώς έτσι το γνωρίζει η πλειοψηφία σήμερα. Από 11 Μαρτίου, για 15 παραστάσεις, σχεδόν συνεχόμενες, στο Θέατρο Χώρος (Πραβίου 6-8) στο Γκάζι, θα έχω τη χαρά να συνεργάζομαι με πολύ σπουδαίους ηθοποιούς και γενικότερα εξαιρετικούς συντελεστές.
Με βάση την υπόθεση του μυθιστορήματος, θα ήθελα να μου πεις αν νιώθεις την ευθύνη ως καλλιτέχνης να παίρνεις θέση απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα.
Κερασία: Ο καλλιτέχνης είναι και άνθρωπος. Αναγκαστικά επηρεάζεται από όλα όσα συμβαίνουν γύρω του ή από όλα όσα έχουν συμβεί στη ζωή του.
Εσένα προσωπικά τι σε παρακινεί;
Κερασία: Δεν θέλω ποτέ να ξέρω τι με παρακινεί. Άλλοτε είναι μια ανάγκη να περάσω ωραία, άλλοτε να μιλήσω για κάτι σκοτεινό, άλλοτε κάποιο κοινωνικό γεγονός με παροτρύνει να μιλήσω για μια δική μου εμπειρία με έναν αλληγορικό τρόπο. Άλλοτε αισθάνομαι την ανάγκη να συμμετάσχω σε κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, έχοντας την ευθύνη της γνώμης μου. Αυτό που συμβαίνει με τον «Επικίνδυνο Οίκτο» είναι κυρίως το γεγονός ότι αποτελεί το αγαπημένο μου βιβλίο. Από τότε που το διάβασα για πρώτη φορά, το έχω διαβάσει άλλες τέσσερις φορές χωρίς να ξέρω ότι κάποτε θα το κάνω θέατρο. Με δεδομένο ότι τώρα συντρέχουν λόγοι να το ανεβάσει κάποιος στο θέατρο – και δυστυχώς, τα γεγονότα μας προσπερνούν γιατί όταν διάλεξα να κάνω το συγκεκριμένο έργο ουσιαστικά αυτό για το οποίο ήθελα να μιλήσω ήταν ο κίνδυνος του πολέμου, όπως και ο συγγραφέας –είναι ένας συναγερμός εκ μέρους του για τον επερχόμενο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, που κανείς δεν πίστευε ότι θα συμβεί. Στην περίπτωσή μας, πριν καλά – καλά ανέβει το έργο μας, ξεσπάει ένας πόλεμος που ελπίζουμε ότι θα περιοριστεί και δεν θα εξελιχθεί σε… Ούτε να το πω δεν θέλω. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί μεγάλοι κίνδυνοι και δεν μπορούμε να κάνουμε ότι δεν τους βλέπουμε. Αυτοί λοιπόν ήταν οι λόγοι που το μετέφερα θεατρικά, πρώτον ότι ήταν το αγαπημένο μου και δεύτερον, αισθάνθηκα πως ήταν η κατάλληλη στιγμή ώστε να μιλήσω για κάτι τέτοιο.
Είπες ότι το έχεις διαβάσει τέσσερις φορές. Ποια πράγματα ανακάλυψες εκ νέου, διαβάζοντάς το ξανά και ξανά μετά την πρώτη ανάγνωσή του; Πιθανότατα και στοιχεία που θα ήθελες να αναδείξεις μέσα από την θεατρική του εκδοχή…
Κερασία: Αυτό που έβλεπα κάθε φορά εξαρχής ήταν το γεγονός ότι έμπαινα σε κάτι συναρπαστικό. Σε έναν συναρπαστικό λαβύρινθο και σε έναν χώρο που θα σε μπλέξουν με δίχτυα αράχνης, ενώ άνθρωποι θα βγάζουν τα χέρια τους και θα σε αγγίζουν… Σαν να βρίσκεσαι σε ένα ψυχικό escape room! Κατά καιρούς, καθώς μεγάλωνα και μάθαινα κι άλλα πράγματα, άρχισα να καταλαβαίνω πώς συνδέεται με τη φροϋδική θεωρία και πώς μιλάει για βιοηθική, για τις σχέσεις γιατρών – ασθενών και πώς μπορεί να αφορά έναν άνθρωπο άμεσα αλλά και καθώς μεγαλώνει κάποιος, να τον αφορά όλο και πιο πολύ… Αν θες βέβαια να ξέρεις τι σου συμβαίνει και είσαι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό σου και σε αυτόν που αγαπάς! Άρα, επειδή το μυθιστόρημα ασχολείται με πάρα πολλά θέματα και έχει πολλά ανοιχτά ζητήματα, κάθε φορά ανακάλυπτα κάτι καινούργιο ή συνδεόμουν πιο πολύ με κάτι απ’ όλα αυτά. Και γι’ αυτό, καμία απ’ τις φορές που το διάβασα δεν αποδείχθηκε άγονη.
Κερασία, πόσα χρόνια σκηνοθετείς και εμπλέκεσαι με τη δραματουργική επεξεργασία ενός έργου;
Κερασία: Σκηνοθετώ από το 2004. Η σκηνοθεσία με τη μετάφραση και την δραματουργική επεξεργασία για μένα είναι ένα. Πολύ δύσκολα θα έδινα τη μετάφραση σε κάποιον άλλον, το έπραξα αναγκαστικά πέρυσι με τη «Σκύλα» γιατί δεν μιλάω γαλλικά. Κράτησα όμως την δραματουργική επεξεργασία γιατί δεν μπορούσα να σκηνοθετήσω κάτι που δεν το είχα συνδημιουργήσει με τον αυθεντικό δημιουργό του. Έβαλα κι εγώ το χέρι μου να δημιουργηθεί ένα νέο έργο – καθώς και «Η Σκύλα» ήταν μυθιστόρημα – το οποίο δεν προσπερνάει, αλλά γεννιέται από το προηγούμενο και φέρει μια νέα ζωή. Το να παίζω και να σκηνοθετώ μάλλον μου είναι πιο εύκολο: έχω δημιουργήσει στο μυαλό μου τον κόσμο που θέλω να αποδώσω και μέσα σε αυτό τον κόσμο, μου είναι εύκολο να ζω! Επίσης, θα δώσω στον εαυτό μου ένα ρόλο που φυσικά ξέρω ότι θα ανταπεξέλθω.
Ποια παράμετρο όμως της δουλειάς σου απολαμβάνεις πιο πολύ;
Κερασία: Και μόνο για οικονομία χρόνου και ενέργειας, πραγματικά μου αρέσει πολύ περισσότερο να έχω την άνεση να βλέπω τους συναδέλφους μου σε αυτό που κάνουν, ενώ τους καθοδηγώ. Όμως δεν μπορώ να σου πω ότι έχω τελειώσει με την λαχτάρα μου ως ηθοποιός. Παρόλα αυτά, θα σου πω το εξής: ότι ποθώ πάρα πολύ να με ζητούν στο κομμάτι της υποκριτικής άλλοι σκηνοθέτες και όταν συμβαίνει αυτό είμαι πολύ υπάκουη, δεν αισθάνομαι την ανάγκη να επιδεικνύω την όποια σκηνοθετική μου ματιά επί του έργου. Αντίθετα, αυτό που μισώ να κάνω …είναι η παραγωγή. Δεν προσθέτει τίποτα στον καλλιτέχνη όταν το αναλαμβάνει ο ίδιος, μονάχα αφαιρεί. Και κάτι άλλο που αποτελεί χαρακτηριστικό αυτών που έχω κάνει είναι ότι δουλεύω με τους ίδιους συντελεστές, τον συνθέτη Τάκη Μπαρμπέρη, την Εύα Μελά που είναι μια σπουδαία ζωγράφος – χαράκτρια, τον Θανάση Παναγιώτου που είναι εικαστικός… Με άλλα λόγια, έχω μια ομάδα ανθρώπων στους οποίους απευθύνομαι και που μιλάμε την ίδια γλώσσα καθώς γνωρίζω ότι θα μου αποφέρουν ένα αποτέλεσμα όπως το θέλω. Είμαστε ένας μικρός κύκλος ανθρώπων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα μάτια μου δεν κοιτάζουν πιο έξω.
Γυρνώντας πίσω, τι θεωρείς ότι σε διαμόρφωσε ως ηθοποιό;
Κερασία: Ημαθητεία μου στον Λευτέρη Βογιατζή. Έμεινα 5 χρόνια μαζί του, κάναμε 2 έργα μαζί και ένα 3ετές εργαστήριο αρχαίου δράματος. Δεν ήταν μόνο σκηνοθέτης, ήταν και δάσκαλος… Είχα, επίσης, τη μεγάλη τύχη να συναντηθώ με τον Yuri Lyubimov ενσαρκώνοντας τη Νίνα στο «Γλάρο». Έχω, επίσης, δουλέψει με τον Rush Rehm που είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Stanford Repertory Theatre και ήμουν η Εκάβη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη… Είχα συναντήσεις πολύ ευτυχισμένες! Είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος, έχω κάνει σχεδόν όλα τα επαγγελματικά μου όνειρα πραγματικότητα… Αλλά αυτό που αναζητώ και το κάνω εντελώς συνειδητά είναι η μαθητεία μου. Θα ήθελα να εξελίσσομαι! Θυμάμαι όταν ήμουν μαθήτρια στη σχολή, έρχονταν πολύ σπουδαίοι σκηνοθέτες. Κι εγώ, επειδή ήμουν με τον Λευτέρη στη σχολή από τις 8:00 το πρωί ως τις 12:00 τα μεσάνυχτα, έλεγα «Εγώ δεν θα μάθω ποτέ κάτι παραπάνω»;
Άρα, πώς ιεραρχείς όλα τα κομμάτια του επαγγέλματός σου;
Κερασία: Κοίτα, είμαι ηθοποιός… Σπούδασα για να είμαι ηθοποιός. Ωστόσο, επειδή τώρα έχω μεγαλώσει, απολαμβάνω περισσότερο τη σκηνοθεσία και κατόπιν, έρχεται η υποκριτική. Μετά, όλα τα υπόλοιπα… Η διδασκαλία, έτσι όπως την διδάσκω, είναι σαν σκηνοθεσία. Εδώ, στο θεατρικό μου εργαστήρι που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, έρχονται περίπου 30 άνθρωποι με τους οποίους είμαστε χρόνια μαζί. Έχουμε πραγματοποιήσει αρκετές παραστάσεις, πολύ δύσκολες! Δουλεύουμε μαζί πλέον σαν να εξελίσσουμε έναν κώδικα που βρήκαμε παρέα, εγώ κι εκείνοι. Αυτοί είναι άνθρωποι που ήρθαν σε μένα σε μια φάση της ζωής τους που δεν ήταν πολύ καλά ή που αναζητούσαν κάτι καινούργιο. Εγώ, από την άλλη, ήταν η στιγμή που είχα επιστρέψει στο σπίτι μου στο Χαϊδάρι μετά από πολλά χρόνια και ξεκινούσα κάτι καινούργιο. Από τότε, έχουν περάσει 6 χρόνια και έχουμε κάνει 10-12 παραστάσεις… Άρα, είναι ένα είδος σκηνοθεσίας με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Ταυτόχρονα, είμαι μεταφράστρια – έχω συνεργαστεί με 2 εκδοτικούς οίκους, τον Gutenberg και τον Μωραΐτη και ασχολούμαι πολύ με τη λογοτεχνία και τα κείμενα.
Πόσο εύκολο είναι να αποχωρίζεσαι έναν έντονο ρόλο, μετά το τέλος μιας τηλεοπτικής σειράς ή μιας θεατρικής παράστασης;
Κερασία: Μιας τηλεοπτικής σειράς, δεν είναι καθόλου δύσκολο. Μιας παράστασης, κάποιες φορές – όχι πολλές – έχω δυσκολευτεί.
Γιατί τα διαχώρισες;
Είναι εντελώς διαφορετικός ο τρόπος έκφρασης. Στη μία περίπτωση, ουσιαστικά απεικονίζεις μία στιγμή αποσπασματικά της ζωής σου, στην άλλη εκφράζεις κάτι από σένα. Για μένα είναι δύο διαφορετικά πράγματα! Στο θέατρο υπήρξαν ρόλοι που ομολογώ με σημάδεψαν, σχεδόν αισθάνθηκα πλήρης όταν τους απέδωσα. Για παράδειγμα, όταν έκανα την «Υπόθεση Μακρόπουλος» το 2023, μετά από 25 έτη προσπάθειας να ανεβάσω το έργο με αυτό το συγκλονιστικό καστ που περιελάμβανε τον Κώστα Αρζόγλου, τον Ρήγα Αξελλό, τον Περικλή Λιανό, τον Δημήτρη Καραβιώτη, ήταν μια δική μου παραγωγή αλλά σε επίπεδο Εθνικού Θεάτρου… Ένιωσα ότι έφτιαξα κάτι πανέμορφο και μετά ότι το αφήνω να πλανάται στο σύμπαν. Ήθελα να το συνεχίσω αλλά τα οικονομικά δεν το επέτρεπαν, οπότε περισσότερο από το να το συνεχίσω, ήθελα να το αφήσω να πλανάται πάντα ως κάτι τόσο όμορφο. Αν το συνέχιζα, δεν θα γινόταν με την ίδια λαμπρότητα και ακρίβεια, οπότε καλύτερα να μείνει η ανάμνηση… Και αυτό το έχω κάνει με πολλά. Και με τη «Σκύλα» που έκανα πέρυσι και με τη Μαρίκα Παπαγκίκα, αλλά ελπίζω προσωρινά. Η «Άδεια Ποδηλάτου» είναι μια παράσταση 25 ετών που είχε πολλές ζωές και αφορά τη μεταπολεμική Ελλάδα, τη ζωή και τις μνήμες των γονιών μας. Με τους απόηχούς της μεγάλωσα και είναι μια παράσταση που μπορεί και παίζεται ακόμα… Η τελευταία φορά ήταν πριν ένα μήνα στο Άργος και νομίζω θα την κάνω και στην Αθήνα άλλη μια φορά, επετειακά!
25 χρόνια… Πολλά χρόνια για μια παράσταση!
Κερασία: Είναι πολύ απλό… Δεν είχα τα οικονομικά μέσα. Πήρα μία επιχορήγηση, που ήταν πολύ μικρή για την παράσταση αλλά αρκετή για τους συνεργάτες μου γιατί όλοι «έβαλαν πλάτη» για να πραγματοποιηθεί. Γυρνούσε αυτός ο φάκελος με την παράσταση όλα τα θέατρα της Αθήνας, κρατικά και μη, ιδιωτικά, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, τα πάντα! Και ευτυχώς, κατέληξε στο Θέατρο Ελέρ και έπεσε στα δικά μου χέρια γιατί θα μπορούσε να πάρει κάποιος την παράσταση και να μου φερθεί δήθεν γενναιόδωρα…
Τι άλλο θα ήθελες να ανεβάσεις άμεσα στο θεατρικό σανίδι;
Κερασία: Υπάρχουν θεατρικά που θέλω να κάνω άμεσα, όπως ο «Πελεκάνος» του Στρίντμπεργκ. Και επίσης, θέλω να κάνω ένα μπουλβάρ! Αγαπώ πάρα πολύ το μπουλβάρ αλλά επειδή είναι ανάλαφρο, πρέπει να έχει πλούτο… Είναι σαν αφρός! Πρέπει να έχει τη λάμψη που του αξίζει. Εμείς θα προσκαλέσουμε τους ανθρώπους σε ένα μπουλβάρ για να νιώσουν ότι η ζωή είναι όμορφη και εύκολη οπότε για να αισθανθούν κάτι τέτοιο, δεν είναι ανάγκη να τους βάλεις πάλι σε μια ατμόσφαιρα ζόφου αφού αυτή τη βιώνουν.
Το κοινό μπορεί να εκπαιδευτεί και αν ναι, με ποιο τρόπο;
Κερασία: Ναι, μπορεί να εκπαιδευτεί. Αλλά δεν ξέρω αν μπορεί πια γιατί η «πολυφωνία» που είναι πλέον και κατακερματισμός, δεν επιτρέπει μια συλλογική προσπάθεια βελτίωσης του αισθητικού κριτηρίου. Όμως, από την άλλη, υπάρχει πρόσβαση στην πληροφόρηση, άρα το κοινό θα μπορούσε -αν ήθελε- να εκπαιδευτεί… Βέβαια, κακά τα ψέματα, όλα ξεκινούν από το σχολείο και την οικογένεια. Αν εξαιρέσουμε την οικογένεια που ανήκει σε αυτό το κατακερματισμένο πολυφωνικό τοπίο, τότε στο σχολείο τα πράγματα είναι ακόμη πιο τραγικά.
Τι σε συγκινεί περισσότερο στη δουλειά σου; Αναφέρομαι σε συνεργασίες, συναισθήματα ή εμπειρίες που έζησες…
Κερασία: Κοίταξε να δεις, εγώ είμαι άνθρωπος που δεν νοσταλγώ πολλά πράγματα από τη δική μου ζωή. Νοσταλγώ άλλες εποχές, που δεν έζησα. Η μεγάλη μου επιθυμία, αν με ρωτούσες τι θα ήθελα να κάνω, είναι να κολυμπήσω στα ακρογιάλια της πατρίδας μου πριν μολυνθούν. Θα ήθελα να γνωρίσω ανθρώπους που έχουν πεθάνει. Όσο αφορά τη ζωή μου – θες να τον πεις ρεαλισμό ή αισιοδοξία; – δεν νοσταλγώ και δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Αισθάνομαι πιο όμορφα από ποτέ, πιο υγιής από ποτέ, πιο δικαιωμένη από ποτέ. Νιώθω πως όλα τα καλά είναι μπροστά! Η αφέλεια, όμως, με την οποία αντιμετώπιζα και τη δουλειά μου και τη ζωή μου δεν ήταν ένα καλό στοιχείο. Θα ήθελα να ξέρω πώς είναι η ζωή και πως οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι.
Αφέλεια ή τελικά μια καλοπροαίρετη ματιά;
Κερασία: Κι αυτή η καλοπροαίρετη ματιά δεν μου έκανε καλό. Κι ακόμη και την αγωγή που είχα, ότι πρέπει να είμαι αξιοπρεπής και να μην απαντώ σε πράγματα που με ενοχλούν… Όχι, πρέπει να απαντάς! Πρέπει να είσαι αξιοπρεπής αλλά απαντώντας και όχι το αντίθετο! Και πρέπει να απαντάς με ίσους όρους. Έχω αλλάξει πολύ ως άνθρωπος και δεν μετανιώνω που άλλαξα. Αγαπώ τη ζωή που έχω κάνει, καμαρώνω για πράγματα που έχω καταφέρει, μετανιώνω για άλλα τόσα…
Πιο ωραίο όμως δεν είναι όταν μετανιώνεις για αυτά που έκανες παρά γι΄αυτά που δεν έκανες;
Κερασία: Ακριβώς…
Τι δεν ξέρουμε για σένα και προφανώς θα ήθελες να μάθουμε;
Κερασία: Είμαι χειμερινή κολυμβήτρια αλλά μπαίνοντας στη θάλασσα, τη ζωή σου δεν τη θέλεις! (γέλια) Βγαίνοντας όμως, είναι μαγεία! Έχω δύο γάτες, μένω σε μία μονοκατοικία με κήπο, πήρα το Proficiency μέσα στον κορωνοϊό, ενώ έχω σπουδάσει Βιολογία και έχω ολοκληρώσει τις σπουδές μου με άριστα στη Θεατρολογία.
Θα ήθελα να κλείσουμε με μια ανάμνηση της παιδικής σου ηλικίας που όμως συνδέεται με το θέατρο…
Κερασία: Όταν ήμουν πολύ μικρή, η μαμά μου με είχε αφήσει για λίγες μέρες σε ένα θείο της που ζούσε με τη γυναίκα του αλλά δεν είχαν παιδιά. Πήγαμε τότε και είδαμε θέατρο για πρώτη φορά… Τον Αλέκο Λειβαδίτη και τη Ρένα Ντορ! Δεν μπορώ να θυμηθώ αν ήταν επιθεώρηση ή κάποιο άλλο έργο αλλά αυτό που με συγκινεί πάρα πολύ είναι ότι αργότερα οι μνήμες που είχα από εκείνες τις εποχές, με αυτές τις 2-3 παραστάσεις που είδα, μου χρησίμευσαν χωρίς να το ξέρω όταν έπαιξα τη Ροζαλία Κανδύλη στο Εθνικό Θέατρο και έκανα την ιέρεια της προπολεμικής επιθεώρησης… Αυτές οι μνήμες λειτούργησαν τόσο βαθιά μέσα μου, που μπορούσαν να παράγουν κάτι πολύ χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης…
Άρα, έπαιξε η εικόνα που είχες, ένα τεράστιο ρόλο σε αυτό…
Κερασία: Εγώ θα πω το ήθος της εποχής! Το θεατρικό ήθος… Το πώς κοιτάζονταν οι άνθρωποι, πώς έδιναν οι ηθοποιοί τις ατάκες μεταξύ τους, πώς το κοινό αποδεχόταν και πώς χειροκροτούσε… Υπήρχαν κώδικες που μετά χάθηκαν -ίσως ορθώς χάθηκαν, δεν το ξέρω- αλλά εγώ είχα την τύχη ή την ατυχία να τους έχω δει, να τους έχω γνωρίσει και δεν θέλω, ούτε μπορώ να τους αποσυνδέσω από τη μνήμη…

