Χορηγός Επικοινωνίας:
Συνέντευξη στην Κατερίνα Μαθιουδάκη
The Reason
Μία ιστορία παραμυθιών με πολλές ιστορίες παραμυθιών…
Το παραμύθι του Ιωακείμ και της Κωνσταντίνας δεν έχει δράκο, έχει όμως γίγαντα… που παλεύει με τον θάνατο, που είναι νονός στο 13ο παιδί, που ανεβαίνει τη φασολιά, που φτάνει στον άλλο κόσμο, που ζει το κορίτσι που κοιμάται…
Το δικό τους παραμύθι έχει μια ενδιαφέρουσα αρχή που ξεκινάει από την ίδια τους τη ζωή και αναμένεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη και εκείνα, δύο νέα παιδιά που ποτέ δεν επαναπαύονται!
Το δικό τους παραμύθι ξεκίνησε σε ένα εργαστήρι σκηνοθεσίας θεάτρου στη Μικρή Ακαδημία το 2025 και με αφορμή την πρώτη τους σκηνοθετική πρόταση στο κοινό της Αθήνας, το κίνητρο να τους γνωρίσουμε καλύτερα ήταν απλά μια επιθυμία που έγινε πράξη…
Πώς ξεκίνησε η ιδέα του έργου; Ποια ήταν η πηγή έμπνευσή σας και οι επιρροές σας;
ΙΩΑΚΕΙΜ: To έργο μας ξεκίνησε ως άσκηση στο εργαστήριο σκηνοθεσίας της Μικρής Ακαδημίας, στο οποίο φοιτήσαμε μαζί με την Κωνσταντίνα πέρυσι και στο οποίο συνεχίσαμε και φέτος. Μας ζητήθηκε να «διηγηθούμε» στη σκηνή ένα παραμύθι και στο πλαίσιο αυτό παρουσιάσαμε τον Ιούνιο του 2025 τις πρώτες εκδοχές μας στα παραμύθια που είχαμε επιλέξει. Η Κωνσταντίνα στους «Αγγελιοφόρους του Θανάτου» και εγώ στον «Τζακ και τη Φασολιά». Σκεφτήκαμε ότι με τις ηθοποιούς μας είχαμε δουλέψει αρκετά και ότι τα παραμύθια μας θα είχαν νόημα στη θεατρική σκηνή της Αθήνας την επόμενη σεζόν. Άλλωστε, υπήρχαν κοινοί άξονες στα παραμύθια μας: οι ανθρώπινες σχέσεις και ο θάνατος. Στη βάση αυτή, λοιπόν, ανασυντάξαμε τις δυνάμεις μας και ξεκινήσαμε τον χειμώνα μία πολύ όμορφη συνεργασία, διευρύνοντας το υλικό μας. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από προσωπική έρευνα πάνω στα παραμύθια και τις θεματικές του θανάτου, του ύπνου, της οικογένειας, αναπτύξαμε μία ενιαία δραματουργία μες στην οποία εντάξαμε τα υπάρχοντα παραμύθια μας, προσθέτοντας ένα ακόμη παραμύθι, τον «Νονό Θάνατο» και μία επιπλέον ηθοποιό στην ομάδα μας ως το «κλειδί» στην αφήγηση των ιστοριών-παραμυθιών.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Όπως πολύ όμορφα ανέπτυξε ο Ιωακείμ, στο πλαίσιο του εργαστηρίου μας δόθηκαν τα παραμύθια ως εργαλείο προς εξερεύνηση. Μέσα από την έρευνα πάνω σε αυτά, αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε ποια είναι τα στοιχεία που συμβάλλουν στο να είναι τόσο αναγκαία και συνάμα χρήσιμη η αφήγηση παραμυθιών (ιστοριών) στους ανθρώπους, για τόσα χρόνια. Αρχικά, το πιο προφανές ίσως είναι η μετάδοση εμπειριών και η προσπάθεια να μεταβολισθούν συναισθήματα και βιώματα που ενέχουν μία δυσκολία. Πέρα από αυτό όμως, για εμάς σημαντικά είναι και άλλα στοιχεία και σε αυτά συγκεντρωθήκαμε και προσπαθήσαμε να τα αναδείξουμε μέσα από τη σκηνική αναπαράσταση. Αυτά είναι ο μοιρασμένος χρόνος, το ότι περνάω τον χρόνο μου μαζί με κάποιον/α/ο άλλον/η/ο. Αλλά και η έννοια του ότι φτιάχνουμε κάτι μαζί. Δημιουργούμε έναν κόσμο, έναν άλλο χρόνο, μία αναγκαία απόσταση που όμως μέσα από αυτή καταλήγουμε να μιλάμε για κάτι βαθιά προσωπικό. Το ότι χρησιμοποιώ μία άλλη διαδρομή –έναν άλλον τρόπο– για να σου μιλήσω γι’ αυτό που δυσκολεύομαι να σου πω. Και ίσως το πιο σημαντικό, η έννοια του παιχνιδιού, η περιέργεια της ανακάλυψης και η επιστροφή σε ένα βλέμμα πιο παιδικό.
Ο τίτλος είναι ιδιαίτερα φορτισμένος. Τι σημαίνουν για εσάς ο ύπνος και ο θάνατος μέσα στο έργο;
ΙΩΑΚΕΙΜ: Ο θάνατος είναι συχνά μία έννοια ταμπού. Σίγουρα υπάρχει, υπαρξιακά μιλώντας, ο φόβος του θανάτου σε όλους τους ανθρώπους. Είναι από αυτά που βάζουμε «κάτω από το χαλί», «ο ελέφαντας στο δωμάτιο» ή για να μιλήσουμε με όρους της παράστασής μας «ο γίγαντας στο δωμάτιο». Κι όμως δεν είναι απαραίτητα τρομακτικός, τουλάχιστον όχι πάντα. Μερικές φορές έρχεται ως αυτονόητη επιλογή, ως λύτρωση. Εξάλλου, είναι μέρος της ζωής. Ίσως δεν χρειάζεται να σκεφτόμαστε τον θάνατο ως το άλλο άκρο της ζωής, αλλά ως μέρος της, ένα φυσικό αναπόσπαστο κομμάτι της. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να τον αντέξουμε, να τον διαχειριστούμε, ίσως. Και ενδεχομένως να συμφιλιωθούμε μαζί του, στον βαθμό που μπορούμε. Ίσως έτσι τελικά να συμφιλιωθούμε και με την ίδια τη ζωή. Ο ύπνος, από την άλλη, είναι η πύλη. Σημαίνει φυσικά πολλά πράγματα: ξεκούραση, που είναι απαραίτητη και συχνά την ξεχνάμε μες στους τρελούς ρυθμούς της καθημερινότητας, αρρώστια, που όσο και αν την απευχόμαστε, κάποια στιγμή μας χτυπάει την πόρτα, όνειρα, όπου εκεί ερχόμαστε αντιμέτωποι, έστω και λιγότερο συνειδητά, με την ύπαρξή μας. Συμβολικά είναι μία πύλη προς το άγνωστο. Όπως και ο θάνατος.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Φορτισμένη θα έλεγα πως μπορεί να είναι μόνο η ερμηνεία που έχει κάποιος απέναντι σε κάτι. Γι’ αυτό λέμε και ιστορίες, για να φωτίζουμε διαφορετικές ερμηνείες για τα ίδια πράγματα, ώστε να μην μας φαίνονται «απαραίτητα τρομακτικά». Ή τουλάχιστον να βλέπουμε πως δεν είναι μόνο τρομακτικά αλλά έχουν και άλλες ποιότητες. Ακόμη και αυτό είναι κάτι που θέλουμε να φωτίσουμε μέσα στην παράσταση. Ίσως να έχει σημασία να προσπαθούμε να λέμε τα πράγματα όπως είναι, χωρίς να φοβόμαστε το φορτίο τους. Ή αν αποφασίζουμε ότι αυτό που είπα δεν ήταν αυτό που ήθελα, ή η διαδρομή που πήρα δεν είναι αυτή που με ωφελεί τώρα, να μπορούμε να λέμε «όχι, δεν είναι αυτό» και να βρίσκουμε κάτι άλλο. Όσον αφορά τον Ύπνο και τον Θάνατο είναι πολύ κοντινά πρόσωπα για μας. Ίσως ο ύπνος να είναι η μόνη εμπειρία που έχουμε ποτέ συνειδητά κοντά σε θάνατο. Όπως είπε και ο Ιωακείμ, είναι και οι δυο τους έννοιες μυστήριες και άγνωστες για μας. Στη μυθολογία είναι δίδυμα αδέρφια και πάνω σε αυτή τη συνθήκη βασιστήκαμε στην παράσταση, ώστε να αναπτύξουμε ιστορίες που να αφορούν ζευγάρια ανθρώπων με στενές σχέσεις – στενούς δεσμούς. Επίσης αναρωτηθήκαμε πού θα μπορούσαν αυτά τα δύο αδέρφια να συναντιούνται, αν υπάρχει ένα «κοινός τόπος». Έτσι προέκυψε και η ιδέα να συμβαίνουν όλα γύρω από ένα κρεβάτι.
Γιατί αποφασίσατε να μιλήσετε θεατρικά με ένα δικό σας έργο και όχι με ένα θεατρικό κείμενο, γνωστό στο ευρύ κοινό;
ΙΩΑΚΕΙΜ: Αυτό νομίζω ότι έρχεται από την ανάγκη. Από την ανάγκη να μιλήσουμε για κάτι δικό μας, προσωπικό, για κάποια δική μας ιστορία, κάποιο βίωμα. Την ανάγκη μας να ξορκίσουμε κάποιο κακό ή και να συμβιώσουμε μαζί του. Υπό αυτή την έννοια, μας ήταν πιο εύκολο να ξεκινήσουμε όλο το εγχείρημα οι δυο μας και να καταπιαστούμε βαθιά με αυτό, σε όλη την έκταση. Σύλληψη, κείμενο, δραματουργία, σκηνογραφία, σκηνοθεσία. Σαφώς το «πιο εύκολο» που λέμε, μόνο εύκολο δεν ήταν. Αλλά ξέραμε τι θέλαμε να κάνουμε, το ανακαλύπταμε δηλαδή σιγά-σιγά, μαζί, και με την ομάδα μας. Ξέραμε τι θέλαμε να πούμε. Και αυτό ήταν και είναι το ευτύχημα, νομίζω, αν μας ρωτήσεις τώρα, παρά τον τρομερό φόρτο και την κούραση, θα απαντούσαμε μονομιάς ότι θα το κάναμε ξανά και ξανά.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Η διαδικασία που προσεγγίσαμε τα πράγματα προέκυψε από μία ερευνητική δουλειά. Επομένως, ήταν κάτι το οποίο φτιαχνόταν σταδιακά. Προσπαθώντας να καταλάβουμε τα παραμύθια και τη λειτουργία τους, φέραμε το κάθε άτομο από κάτι δικό του κι έτσι φτιάξαμε ένα δικό μας παραμύθι. Αυτό φυσικά δεν το κάνει πιο σημαντικό από άλλα κείμενα, αλλά ούτε και πιο ασήμαντο. Απλά για αυτή τη φορά ο δρόμος που επιλέξαμε ήταν αυτός. Δεν έχω ακριβώς απάντηση ως προς το γιατί, αλλά γιατί όχι;
Με ποιο προβληματισμό θα θέλατε να αποχωρήσει ο θεατής από την αίθουσα μετά το τέλος της παράστασης;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Δεν είμαι σίγουρη πως θα ήθελα να το νοηματοδοτήσω εγώ αυτό. Η παράσταση είναι εκεί για να πάρει ο κάθε άνθρωπος ό,τι κρίνει πως κάτι δημιούργησε μέσα του. Σίγουρα ξέρω τα πράγματα που απασχόλησαν εμάς και εύχομαι να επικοινωνηθούν. Μέσα στην παράσταση δίνουμε και μικρά πρακτικά δωράκια στους θεατές. Δεν έχω ιδέα όμως τι θα κάνουν μετά. Το σημαντικό είναι ότι έρχονται, μοιραζόμαστε αυτόν το χρόνο μαζί. Και ότι αυτόν το χρόνο θα τον αφιερώσουμε στα συγκεκριμένα ζητήματα που θέτει η παράσταση.
ΙΩΑΚΕΙΜ: Αρχικά, όπως ανέφερε και η Κωνσταντίνα, φεύγοντας κάποιος θεατής είναι πολύ πιθανό να αποχωρήσει, κουβαλώντας μαζί του κάποιο μικρό σκηνικό μας αντικείμενο. Αλλά ας μην πούμε περισσότερα, ας μην κάνουμε spoiler, όπως λέμε, ας έρθει, όποιος/όποια/όποιο θέλει, να το δει από κοντά και να δει τι μπορεί να κουβαλήσει φεύγοντας. Σίγουρα θα θέλαμε να έχει «πάρει» κάτι από τη διαδικασία. Μία παράσταση είναι ένα βίωμα. Οπότε, ναι, να έχει αισθανθεί, να έχει μετακινηθεί ως προς τα θέματα που συζητάμε, τον θάνατο και τις σχέσεις. Είναι από τα πιο όμορφα συναισθήματα και για μας, όταν από το κοινό, μετά το τέλος της παράστασης, φεύγουν συγκινημένοι και μας λένε ότι κάτι τους άγγιξε. Χαιρόμαστε πολύ που συμβαίνει.
Υπάρχουν προσωπικά βιώματα που «τρύπωσαν» μέσα στο έργο, έστω και έμμεσα;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Φυσικά και υπάρχουν. Αυτά είναι που μας παρακινούν να τα μεταφράσουμε και να κάνουμε κάτι με αυτά. Η παράσταση είναι ο δικός μας τρόπος να μιλήσουμε για κάτι που ενδεχομένως μας δυσκολεύει ή απασχολεί με έναν άλλο τρόπο. Για παράδειγμα εμένα με απασχολούν η απώλεια και η αίσθηση του χρόνου. Αλλά δεν έχει σημασία να πούμε με λεπτομέρειες τι με έχει οδηγήσει εκεί. Έτσι κι αλλιώς χρειάζεται ένα φιλτράρισμα και μία απόσταση –αυτό το μεσοδιάστημα– ώστε μια προσωπική εμπειρία να μπορεί να μεταβληθεί σε κάτι χρήσιμο για όλους.
ΙΩΑΚΕΙΜ: Το έργο μας βρίθει από τέτοιες προσωπικές στιγμές, νομίζω είναι και η βάση τόσο των αρχικών μας παραμυθιών όσο και της συνολικής ιδέας και δραματουργίας πάνω στην οποία αναπτύχθηκαν όλες οι ιστορίες-αφηγήσεις. Θέλαμε μέσα από την παράσταση να μιλήσουμε για τις σχέσεις, τον ρόλο του φροντιστή, την καταπίεση που μπορεί να βιώνει κάποιος από ένα αγαπημένο του πρόσωπο, την ανάγκη για ανεξαρτητοποίηση και ενηλικίωση, την ανάγκη για ελευθερία και φυσικά για την απώλεια, αυτό το «και μετά». Και μετά τι; Τι συμβαίνει για αυτόν που «χάνεται»; Και τι συμβαίνει για αυτόν που «μένει πίσω»;
Πώς θα περιγράφατε την αισθητική και την ατμόσφαιρα της παράστασης με λίγες λέξεις;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Χειροποίητη, αξιοποιώντας τα μέσα που έχουμε στη διάθεση μας! (χαχα) Συνδυάζει ρεαλιστικά με πιο ατμοσφαιρικά-ποιητικά στοιχεία. Σε μια προσπάθεια να αναδείξουμε τη ρεαλιστική και πραγματική υπόσταση που έχουν τα παραμύθια. Δηλαδή για εμάς δεν είναι απλά ιστορίες που μιλάνε για έναν άλλο τόπο και χρόνο, αλλά είναι αφηγήσεις που έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο και εφαρμογή στις ζωές μας. Ταυτόχρονα όμως, θέλαμε να κρατήσουμε στην ατμόσφαιρα και το ταξίδι σε εικόνες και τελετουργικές διαδικασίες. Γιατί όσο πραγματικό κι αν είναι κάτι, δε χάνει τη μαγεία του.
ΙΩΑΚΕΙΜ: Πιστεύω ότι η παράστασή μας χαρακτηρίζεται από μία καθαρή οπτική ματιά, είναι λιτή, με την έννοια ότι σκηνογραφικά και σκηνοθετικά υπάρχουν λίγα και απλά μέσα για να γίνει η εστίαση εκεί που θέλουμε. Είναι μία παράσταση με ρεαλισμό, μέσα από τις ρεαλιστικές αφηγήσεις σχέσεων, αλλά υπάρχει και το παραμυθικό-μαγικό στοιχείο, που το φέρνει πολύ η αφηγήτριά μας. Όλα αυτά πιστεύουμε ότι δένουν σε μία συμπαγή ατμόσφαιρα που πραγματεύεται μεν δύσκολα θέματα, έχει όμως και αρκετό χιούμορ, ευαισθησία και ζεστασιά, όπως έχει εντοπίσει και το κοινό. Κάπως σαν τη ζωή δηλαδή.
Τι ρόλο παίζει για εσάς το θέατρο σήμερα;
ΙΩΑΚΕΙΜ: Το θέατρο έχει ρόλο κοινωνικοποιητικό. Είναι κι αυτό κάπως σαν μέρος της ζωής ή καθρέφτης, μία διαδικασία που συμβαίνει για χιλιάδες χρόνια. Ευτυχώς. Ιδιαίτερα σε εποχές σκληρού ατομικισμού, το θέατρο παραμένει ως ένας χώρος που μας δίνει την δυνατότητα της συλλογικότητας. Γινόμαστε όλοι μαζί μέρος μίας εμπειρίας, οι θεατές, ο καθένας εξ αυτών, επικοινωνεί άμεσα με τους ηθοποιούς επί σκηνής και όλοι μαζί χτίζουν κάθε φορά ένα βίωμα που είναι εξ ορισμού μοναδικό. Είναι ένας χώρος που μπορεί να μένει ανοιχτός και προσβάσιμος σε όλους, να ανακαλύπτουν και να εκφράζουν τη δική τους ταυτότητα, αισθητική και φωνή. Αλλά ταυτόχρονα και πρώτιστα είναι χώρος κοινωνικός και συλλογικός, με την έννοια ότι μπορεί να περικλείει την συλλογική μνήμη και την ανθρώπινη ιστορία. Τελικά, όπως η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της, το θέατρο είναι πολιτικό. Το να σηκώνεσαι και να πηγαίνεις στο θέατρο είναι μία πολιτική πράξη.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ: Βιωμένη κοινή εμπειρία. Και σήμερα και πάντα.
Ταυτότητα παράστασης
- Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Παπαδοπούλου & Κίμων Ιωακείμ
- Ηθοποιοί: Μυρτώ Αγαπίου, Σταυρίνα Βλαζάκη, Κατερίνα Κυπραίου, Μαργαρίτα Μπουτσίνη, Μαρίνα Σίκλα
- Τρέιλερ-φωτογραφίες: Κωνσταντίνα Παπαδοπούλου
- Μουσική: Νίκος Δεδίδης
- Παραγωγή: Mικρή Ακαδημία
- Χορηγός επικοινωνίας: TheReason.GR

