Μια σύγχρονη experimental
Κριτική του Αναστάση Πινακουλάκη
ανάγνωση του έργου
Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου επιχειρεί μια σύγχρονη experimental ανάγνωση του Dracula του Stoker με τους μύχιους πόθους στο επίκεντρο. Από την προηγούμενη εβδομάδα παρουσιάζεται στο Θέατρο Πόρτα η νέα παράσταση του Θάνου Παπακωνσταντίνου Dracula με τον Αντώνη Μυριαγκό στον ομώνυμο ρόλο. Η θεατρική διασκευή της Ελένης Μολέσκη ακολουθεί τη δομή του πρωτότυπου έργου, έχοντας ως βάση της επιστολές και σελίδες ημερολογίου των χαρακτήρων, δίνοντας την αίσθηση απουσίας κεντρικού προσώπου με την καθαρή έννοια του όρου.τη δύναμη μια γυναίκα να ξαναπιάσει τη ζωή της από την αρχή μετά από μια κακοποιητική σχέση;
Λίγα λόγια για το έργο
Το γοτθικό μυθιστόρημα Dracula του Ιρλανδού Bram Stoker κυκλοφόρησε to 1897 και τον 20ο αιώνα έγινε ευρέως γνωστό μέσα από τις αμέτρητες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές διασκευές του μύθου ή των χαρακτήρων του. Μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη το 1922 από τον Γερμανό εξπρεσιονιστή σκηνοθέτη Friedrich Wilhelm Murnau ως βωβή ταινία τρόμου υπό τον τίτλο «Nosferatu – Eine Symphonie des Grauens». Το 2025 το μυθιστόρημα του Stokerείχε ξανά την τιμητική του με δύο κινηματογραφικές ταινίες, το Nosferatu του Robert Eggers και το Dracula: Alovetale (προβάλλεται ακόμα στις ελληνικές αίθουσες) του Luc Besson. Μάλιστα, ο χαρακτήρας του Κόμη Δράκουλα, κατέχει ρεκόρ Γκίνες για τον αριθμό κινηματογραφικών/τηλεοπτικών μεταφορών, ξεπερνώντας τις 700(!).
Ο «Δράκουλας», μια από τις πιο επιδραστικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, επανεμφανίζεται επί σκηνής όχι ως ένα κλασικό σύμβολο τρόμου, αλλά ως σύγχρονος μύθος, καθρέφτης της εποχής μας και των παθών της.
Η παράσταση επιχειρεί να επανασυνδέσει το μύθο με τη ρίζα του: την επιθυμία. Όχι απλά ως ρομαντική προβολή, αλλά ως δύναμη ανελέητη, εθιστική, μεταμορφωτική. Ο Παπακωνσταντίνου, με σταθερό ενδιαφέρον για έργα που διερευνούν την ταυτότητα, τον ερωτισμό, τον θάνατο και το όνειρο, μετατρέπει τον Δράκουλα σε μια φασματική μορφή: οδηγό, εραστή, δαίμονα, ηθοποιό. Στον πυρήνα της ανάγνωσης κυριαρχεί, η έννοια της εξάντλησης – σωματικής, ψυχικής, κοινωνικής – ως απόρροια μιας διαρκούς κατασκευής και κατανάλωσης επιθυμιών.
Η κριτική μου
Καταρχάς, η επιλογή ανεβάσματος του έργου από τον Θάνο Παπακωνσταντίνου ταιριάζει με την gothic ιδιοσυγκρασία του ίδιου του σκηνοθέτη, όπως είδαμε και στην Αποκάλυψη στην Στέγη ή στον Θυέστη στο Φεστιβάλ Αθηνών. Η παράσταση έχει απασχολήσει αρκετά τα social media τους τελευταίους μήνες, τόσο για την διανομή της όσο και μέσα από τα εξαιρετικής ποιότητας teasers που έφτιαξε ο Adam Csoka Keller.
Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου φιλοτέχνησε μια πολυμεσική παράσταση με αριστοτεχνικούς χειρισμούς των μέσων του, live screening και έντονο performative στοιχείο που χαρακτηρίζει τις δουλειές του. Υπάρχουν ωστόσο ζητήματα ως προς τη σκηνική δραματουργία και κυρίως την κορύφωση της πλοκής στην παράσταση. Όπως προαναφέρθηκε, η Ελένη Μολέσκη έμεινε πιστή στο πρωτότυπο μυθιστόρημα ως προς το ύφος, αποδίδοντας στη θεατρική της διασκευή τον επιστολικό χαρακτήρα του. Υπήρξε σαφώς η πρόθεση να αποδοθεί ο κεντρικός ήρωας με μια πιο σύγχρονη ματιά, απογυμνωμένη από τις αιματηρές εικόνες και την έντονη σεξουαλικότητα που έχουμε συνηθίσει στις κινηματογραφικές διασκευές. Ξαφνιάζει ωστόσο η απουσία του θρησκευτικού στοιχείου από το κείμενο και κυρίως η μη διαλογική πλοκή στη συγκεκριμένη πλοκή.
Κατά το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, ο σκηνοθέτης «χτίζει» τον θρύλο του Dracula, δημιουργώντας το απαραίτητο σασπένς μέσα από τις διηγήσεις των ηρώων, τον κρυπτικό χαρακτήρα του σκηνικού και φυσικά με την υποστήριξη της εξαιρετικής μουσικής του Άντη Σκορδή. Ο Dracula αποτελεί τον ρόλο καταλύτη στη συγκεκριμένη διασκευή με ελάχιστο σκηνικό χρόνο, χτίζοντας ένα μυστήριο με τη φωνή και τη σκιά της φιγούρας του κατά το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης. Σε αυτό συμβάλλουν καθοριστικά τα multimedia στοιχεία, όπως οι κάμερες, οι οθόνες, οι φωτισμοί (Μαριέττα Παυλάκη) και ειδικότερα τα καλώδια που παραπέμπουν σε φλέβες.
Ως θεατής αντιλαμβάνεσαι τη δουλειά που έγινε από πίσω και το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει ανεπιτήδευτα, αλλά φαίνεται πως ζητούμενο στη συγκεκριμένη διασκευή ήταν ο πυρήνας του Dracula και όχι η πλοκή, ενώ απουσιάζει το στοιχείο του τρόμου τουλάχιστον με εξωτερικά μέσα εντυπωσιασμού. Αν λάβουμε υπόψη τη μειωμένη σκηνική παρουσία του ίδιου του Dracula (σ.σ. τον υποδύεται ο Αντώνης Μυριαγκός) και την απουσία διακριτής κορύφωσης, η σκηνική πρόταση επιχειρεί την απόδοση των ξεχωριστών εμπειριών των ηρώων από τον κόμη και το πως βίωσαν την εξουσία του πάνω τους. Η διασκευή εστιάζει στη φυσική/σωματική και ψυχολογική εξάντληση των ηρώων ερχόμενοι σε επαφή με τον Κόμη αλλά και υλοποιώντας τις πιο σκοτεινές και ακατάληπτες επιθυμίες τους.
Κεντρική θέση σε αυτές τις διηγήσεις, έχουν οι χαρακτήρες του Τζόναθαν Χάρκερ (Πανταζάρας), της Λούσι (Αλεξιάδη), Μίνα (Τουμάση) και Ρένφηλντ (Δρόσος). Ανάμεσα τους, ο Δρ. Βαν Χέλσινγκ (Μπρούσκου) που προσπαθεί να βρει τη λύση του μυστηρίου και να αποδομήσει τον Κόμη και τις σκοτεινές δυνάμεις που τον κατευθύνουν.
Το σκηνικό περιβάλλον και τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού εξυπηρετούν άριστα το εικαστικό όραμα και το δραματουργικό πλαίσιο της σκηνοθεσίας. Οι διάφανοι «τάφοι» στο μπροστινό μέρος της σκηνής, οι φωτιστικές εγκαταστάσεις που παραπέμπουν σε φλέβες, η ντουλάπα, τα κρεβάτια και τα υπόλοιπα σκηνικά που σταδιακά εντάσσονται στη δράση, δημιουργούν εικαστικά τοπία. Περαιτέρω, η κυκλική περιστροφή που συμβαίνει μετά την πτώση της «λευκής» κουρτίνας, συνδυαστικά με τις performancesτων ηθοποιών, τις εναλλαγές των φωτισμών και τη μουσική αποτελεί το peakτης παράστασης.
Μετά από αυτό όμως δεν φτάνει η κορύφωση που περιμέναμε στη σκηνική δραματουργία, και δεν βλέπουμε τελικά τον Κόμη.
Εξαιρετικοί όλοι οι ηθοποιοί της διανομής, με πρωτεύοντες τον Αργύρη Πανταζάρα ως Χάρκερ και την Μαργαρίτα Αλεξιάδη ως Λούσι. Οι μονόλογοί τους διακατέχονται από μια υπαρξιακή αγωνία και μια κλιμακώμενη ένταση που δίνουν tempo στην παράσταση. Πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσία του Δημήτρη Δρόσου ως Ρένφηλντ, ενός χαρακτήρα που υποτάσσεται δουλοπρεπώς στον Κόμη. Με πιο ψύχραιμη ματιά, ο Βαν Χέλσινγκ της Άντζελας Μπρούσκου, που αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις ετερόκλητες διηγήσεις των υπόλοιπων χαρακτήρων.
Τέλος, τρεις νέοι ηθοποιοί, ο Θοδωρής Βράχας, ο Βασίλης Μπούτσικος και ο Δημήτρης Ψύλλος, υποδύονται τα παιδιά της Νύχτας, τρεις σκοτεινές φιγούρες που θυμίζουν τα τελώνια του Μάκμπεθ. Εμφανίζονται από κρύπτες της σκηνής, δίνοντας τη σύνδεσή τους με χθόνιες δυνάμεις, ενώ συνδράμουν στη δράση και με τον χειρισμό των καμερών. Ελαφρώς αταίριαστος ο σχεδιασμός του μακιγιάζ τους με την κυρίαρχη αισθητική της παράστασης, ενδεχομένως για να τους διαφοροποιήσει από τα πρόσωπα του έργου.
Συνολικά, ο Θάνος Παπακωνσταντίνου και το επιτελείο των τεχνικών συνεργατών του δημιούργησε μια πειραματική πολυμεσική παράσταση για τον Dracula με εικαστική αρτιότητα και έντονο performative χαρακτήρα. Έφτασε όμως εκεί που ήθελε να φτάσει;
Ταυτότητα παράστασης
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου
Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μολέσκη
Σκηνικά – Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Πρωτότυπη μουσική: Άντης Σκορδής
Κίνηση: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σχεδιασμός φωτισμών: Μαριέττα Παυλάκη
Βοηθός Σκηνοθέτης, Sound Design: Φάνης Σακελλαρίου
Βοηθοί Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Ζωή Κελέση, Πάρης Παρασκευόπουλος
Trailers: Adam Csoka Keller
Photos: Evelyn Benčičová
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Αγγελική Τρικόγια
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Διεύθυνση Επικοινωνίας & Δημοσίων Σχέσεων: Όλγα Παυλάτου
Social Media: POP Communications – Κάλλη Μαυρογένη
Παραγωγή: Prime Entertainment
Διανομή:
Κόμης: Αντώνης Μυριαγκός
Δρ. Βαν Χέλσινγκ: Άντζελα Μπρούσκου
Τζόναθαν Χάρκερ: Αργύρης Πανταζάρας
Ρένφηλντ: Δημήτρης Δρόσος
Μίνα: Σίσσυ Τουμάση
Λούσι: Μαργαρίτα Αλεξιάδη
Τα παιδιά της Νύχτας: Θοδωρής Βράχας, Βασίλης Μπούτσικος, Δημήτρης Ψύλλος

