Anora (2024)
Γράφει η Κάτια Σωτηρίου
Carol (2015)
Μια στήλη που αγαπάει εξίσου τα παλιά και αλλά και τα νέα διαμάντια της 7ης τέχνης, με έμφαση σε αυτά που διαθέτουν ειδικό βάρος και είναι καλά κρυμμένα. Αν αγαλλιάζετε στα σκονισμένα υπόγεια των video clubs, αν μιλάτε με ενθουσιασμό για Δόγμα ’95 και όλοι νομίζουν ότι ανήκετε σε αίρεση, αν η ζωή σας είναι πάνω-κάτω οι retro κινηματογράφοι της οδού Πατησίων… Τότε είστε στο σωστό μέρος. Οι υπόλοιποι έχετε προειδοποιηθεί!
ANORA (2024)
Σκηνοθεσία: Sean Baker
Πρωταγωνιστούν: Mikey Madison, Yura Borisov
Σε μια εποχή όπου ο ανεξάρτητος κινηματογράφος παλεύει να ξεχωρίσει ανάμεσα σε υπερήρωες και ανακυκλωμένα franchise, ο Σον Μπέικερ εμφανίζεται και πάλι ως η φωνή των αθέατων. Μετά τα Tangerine και The Florida Project, έρχεται η Anora κερδίζοντας το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2024 — μια σύγχρονη αστική τραγωδία που μεταμφιέζεται αρχικά ως ρομαντική κομεντί, για να αποκαλύψει αργά τη σκοτεινή καρδιά της.
Η Άνι, μια νεαρή στρίπερ ρωσικής καταγωγής στο Μπρούκλιν, γνωρίζει τον Βάνια, γιο ενός Ρώσου ολιγάρχη και σε μια δίνη ροζ ονείρων, σαμπάνιας και λιμουζίνων, οι δυο τους παντρεύονται σχεδόν παρορμητικά. Όμως όταν οι γονείς του καταφθάνουν από τη Μόσχα, αρχίζει το πραγματικό δράμα: η σύγκρουση ανάμεσα στο δικαίωμα της Άνι να επιλέξει τη ζωή της και την πατρωνία της ελίτ που θέλει να την ελέγξει, να την αφομοιώσει ή να την εξοστρακίσει.
Η ταινία φλερτάρει με το παραμύθι αλλά ποτέ δεν ενδίδει σε αυτό. Αντίθετα, το αποδομεί από μέσα. Η Άνι δεν είναι η Σταχτοπούτα που περιμένει να σωθεί, αλλά μια γυναίκα που έχει μάθει να επιβιώνει. Η Μάικι Μάντισον, στον πρωταγωνιστικό ρόλο, δίνει μια από τις σπουδαιότερες ερμηνείες της χρονιάς: εύθραυστη και ατσάλινη ταυτόχρονα, κινείται με συγκινητική αυθεντικότητα ανάμεσα στην αφέλεια και την ωριμότητα, τον πόθο και τη συνειδητοποίηση.
Ο Σον Μπέικερ κινηματογραφεί με το γνώριμο ύφος του: ρεαλιστικό, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο, με έμφαση στους χώρους των «χαμηλών» τάξεων, στα ξεφτισμένα neon και στα πρόσωπα που η κάμερα δεν κοιτά αφ’ υψηλού. Η αφήγηση του δεν είναι ποτέ επικριτική· είναι συμπονετική, ανθρώπινη, πολιτική με τον πιο ουσιαστικό τρόπο: προσδίδοντας φωνή και υπόσταση σε ανθρώπους που το σύστημα θέλει αόρατους.
Σε φεμινιστικό επίπεδο, η Anora λειτουργεί ως καίριο σχόλιο πάνω στον έλεγχο του γυναικείου σώματος και της σεξουαλικής εργασίας. Η ταινία αρνείται να παρουσιάσει την Άνι ως θύμα ή «εξαγνισμένη» από την αγάπη. Αντίθετα, αναγνωρίζει πως μια γυναίκα μπορεί να εργάζεται σε αυτόν τον χώρο και ταυτόχρονα να διεκδικεί αξιοπρέπεια, αυτονομία και αγάπη —όχι ως σωτηρία, αλλά ως δικαίωμα. Ο τρόπος που η «καλή κοινωνία» προσπαθεί να την επαναφέρει στη «θέση» της είναι ένα από τα πιο διαυγή παραδείγματα κοινωνικού πατερναλισμού.
Η Anora ξεκινά με ελαφρότητα, αποπλανεί τον θεατή με χιούμορ και εκκεντρικότητα, και σταδιακά μετατρέπεται σε μια σκληρή, αλλά τρυφερή μελέτη πάνω στην τάξη, τη σεξουαλικότητα και την αγάπη ως πράξη αντίστασης. Δεν είναι μια ταινία που φωνάζει — είναι όμως μια ταινία που μένει.
CAROL (2015)
Σκηνοθεσία: Todd Haynes
Πρωταγωνιστούν: Cate Blanchett, Rooney Mara
Η ταινία Carol, σε σκηνοθεσία του Todd Haynes και βασισμένη στο μυθιστόρημα The Price of Salt της Patricia Highsmith, αποτελεί έναν σιωπηλό ύμνο στην επιθυμία, την εσωτερική πάλη και την αξιοπρέπεια της αγάπης που τολμά να υπάρχει, κόντρα στο κοινωνικό στερεότυπο.
Τοποθετημένη στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’50, η ιστορία εξελίσσεται γύρω από τη σχέση δύο γυναικών: της ώριμης, κομψής και εγκλωβισμένης στον γάμο της Carol (Cate Blanchett) και της νεαρής φωτογράφου Therese (Rooney Mara), που αναζητά ακόμη τη θέση της στον κόσμο. Η σχέση τους αναπτύσσεται σταδιακά και με λεπτότητα, σε ένα περιβάλλον που δεν επιτρέπει την ανοιχτή έκφραση του έρωτα μεταξύ γυναικών.
Η Blanchett παραδίδει μια εξαιρετικά σύνθετη ερμηνεία, συνδυάζοντας αρχοντιά, ευθραυστότητα και ατσάλινη αποφασιστικότητα. Δεν υποδύεται απλώς την Carol —τη χτίζει από μέσα προς τα έξω, αναδεικνύοντας τα βλέμματα και τις παύσεις ως πυρήνα της εκφραστικότητάς της. Είναι μια ερμηνεία βαθιά κινηματογραφική, που μετατρέπει τη σιωπή σε κραυγή και το ύφος σε επανάσταση. Η Mara, από την άλλη, αποδίδει με συγκρατημένη ένταση την εσωτερική αφύπνιση της Therese, καθώς αφήνεται σε έναν έρωτα που την αλλάζει βαθιά.
Σε φεμινιστικό επίπεδο, η Carol μπορεί να ιδωθεί ως μια ταινία που αποδομεί την πατριαρχική αφήγηση της “γυναικείας θυσίας” και επανεγγράφει τη γυναικεία επιθυμία ως αυθύπαρκτη και θεμιτή. Οι ηρωίδες της δεν παρουσιάζονται ως παθητικά θύματα, αλλά ως φορείς επιλογών, έστω και σε ένα πλαίσιο που τις περιορίζει. Η ταινία φωτίζει την πολιτική διάσταση του έρωτα όταν αυτός αψηφά το «επιτρεπτό» και λειτουργεί ως πράξη αντίστασης απέναντι στον κοινωνικό έλεγχο του φύλου και της σεξουαλικότητας.
Ο Haynes, γνώριμος στην αισθητική του ρετρό με κοινωνική συνείδηση, χρησιμοποιεί με μαεστρία το φως, τα κάδρα και τα βλέμματα. Η φωτογραφία του Edward Lachman ενισχύει την ατμόσφαιρα εγκλεισμού και απελευθέρωσης ταυτόχρονα: η κάμερα συχνά παρατηρεί μέσα από τζάμια, καθρέφτες ή ρωγμές, σαν να σχολιάζει την αόρατη ύπαρξη των χαρακτήρων μέσα σε έναν κόσμο που δεν τους αναγνωρίζει.
Η Carol δεν είναι απλώς μια ερωτική ιστορία. Είναι μια πολιτική ταινία, που μιλά για τον έρωτα, την απώλεια, την ελευθερία και την ταυτότητα με μια σπάνια διακριτικότητα και ειλικρίνεια χωρίς κραυγές, μια ωδή στην αγάπη που δεν έχει ανάγκη να απολογηθεί. Ο ρυθμός της είναι αργός, σχεδόν υπνωτιστικός, και η συγκίνηση προκύπτει όχι από το δράμα, αλλά από τις σιωπές, τα ανεπαίσθητα αγγίγματα, τα βλέμματα που διαρκούν περισσότερο απ’ όσο «επιτρέπεται».

